- γεωνόμος
- γεω-νόμης u. γεω-νόμος, Land verteilend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
γεωνόμος — ο (Α γεωνόμος) νεοελλ. αυτός που ασχολείται με τη γεωνομία αρχ. 1. αυτός που μοιράζει ή κατανέμει τη γη 2. εκείνος που παίρνει μερίδιο κατά τη διανομή γης, ο κληρούχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γεω < γη + νομος < νέμω] … Dictionary of Greek
γεωνόμοι — γεωνόμος one who distributes land masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γεωνόμους — γεωνόμος one who distributes land masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
-νόμος — και νομος (ΑΜ νόμος και νομος) β συνθετικό πολλών ουσιαστικών και επιθέτων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουσιαστικό νόμος. Τα σύνθετα αυτά εμφανίζονται τόσο ως προπαροξύτονα όσο και ως παροξύτονα. Τα προπαροξύτονα σε νομος είναι εκείνα τών… … Dictionary of Greek
γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… … Dictionary of Greek